μελαγχολώ


μελαγχολώ
[мэланхоло] р. печалиться.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μελαγχολώ" в других словарях:

  • μελαγχολώ — μελαγχολώ, μελαγχόλησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μελαγχολώ — έω (ΑM μελαγχολώ, άω) [μελάγχολος] νεοελλ. 1. πάσχω, κατέχομαι από δυσθυμία, από μελαγχολία 2. κάνω κάποιον μελαγχολικό, χαλώ τη διάθεση κάποιου νεοελλ. μσν. είμαι ή γίνομαι βαρύθυμος, άκεφος μσν. εξοργίζομαι, αγανακτώ αρχ. κατέχομαι από μανία,… …   Dictionary of Greek

  • μελαγχολώ — μελαγχόλησα 1. αμτβ., με πιάνει μελαγχολία: Όποτε σκέφτομαι τα παιδικά μου χρόνια μελαγχολώ. 2. μτβ., προκαλώ σε κάποιον μελαγχολία: Μελαγχόλησα ακούγοντας τις πένθιμες καμπάνες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μελαγχολῶ — μελαγχολάω to be atrabilious pres imperat mp 2nd sg μελαγχολάω to be atrabilious pres subj act 1st sg (attic epic ionic) μελαγχολάω to be atrabilious pres ind act 1st sg (attic epic ionic) μελαγχολάω to be atrabilious pres subj act 1st sg (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταχνιάζω — [καταχνιά] 1. σκυθρωπιάζω, γίνομαι κατηφής, μελαγχολώ («το πρόσωπό του καταχνιάζει») 2. (το γ εν. ως απρόσ.) καταχνιάζει απλώνεται ομίχλη, πέφτει καταχνιά …   Dictionary of Greek

  • μαράζι — το 1. μαρασμός 2. φυματίωση, φθίση 3. μεγάλη πίκρα και στενοχώρια, μακροχρόνια θλίψη («από τότε που έφυγε ο γιος της έχει κρυφό μαράζι στην καρδιά») 4. φρ. «μέ τρώει το μαράζι» μελαγχολώ από μεγάλη θλίψη. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. maraz] …   Dictionary of Greek

  • μελαγχολούμαι — μελαγχολοῡμαι, όομαι (Α) [μελάγχολος] μελαγχολώ, πάσχω από μελαγχολία …   Dictionary of Greek

  • πλήττω — και πλήσσω ΝΜΑ καταφέρω πλήγμα, χτυπώ κάποιον με κάτι νεοελλ. 1. τραυματίζω, πληγώνω 2. καταλαμβάνομαι από ανία, αισθάνομαι πλήξη, βαριέμαι 3. στενοχωριέμαι, μελαγχολώ 4. μτφ. πληγώνω ψυχικώς («τὸν έπληξε μεγάλη συμφορά») αρχ. 1. (για τον Δία)… …   Dictionary of Greek